<strong>Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας βυθίζεται στη φτώχεια – Άμεση ανάγκη για ένα σχέδιο ανασυγκρότησης</strong>

Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας βυθίζεται στη φτώχεια – Άμεση ανάγκη για ένα σχέδιο ανασυγκρότησης

Την άμεση λήψη στοχευμένων μέτρων για την αντιστροφή της βαθιάς και παρατεταμένης φτώχειας και υπανάπτυξης που πλήττει τη Δυτική Ελλάδα ζητούν, με κοινοβουλευτική ερώτηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, Διονύσιος-Χαράλαμπος Καλαματιανός, Μίλτος Ζαμπάρας και Αικατερίνη Νοτοπούλου.

Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των πλέον οικονομικά ασθενών περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαμβάνοντας την 5η θέση στη φτώχεια σε επίπεδο Ε.Ε. και αποτελώντας, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, την φτωχότερη Περιφέρεια της χώρας.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:

  • Το κατά κεφαλήν εισόδημα φθάνει μόλις στο 49% του ευρωπαϊκού μέσου όρου,
  • το ποσοστό των κατοίκων που ζουν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού υπερβαίνει το 30%,
  • ενώ παρουσιάζεται πολυετή υστέρηση σε κρίσιμες υποδομές, υψηλή ανεργία και χαμηλή παραγωγικότητα.

Παρά τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της, η Δυτική Ελλάδα πλήττεται από χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα, αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης και ελλιπή αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων, παρά τις περί αντιθέτου διακηρύξεις της κυβέρνησης και της περιφερειακής αρχής.

Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η ανάγκη διερεύνησης της πραγματικής απορρόφησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων (ΕΣΠΑ 2014–2020 και 2021–2027), του βαθμού υλοποίησης των έργων, καθώς και των στοχευμένων παρεμβάσεων που προβλέπει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της φτώχειας και την ενίσχυση της απασχόλησης, της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

Οι βουλευτές ζητούν από τους αρμόδιους Υπουργούς:

  1. Αναλυτικά στοιχεία απορρόφησης των πόρων ΕΣΠΑ στη Δυτική Ελλάδα, ανά τομέα παρέμβασης.
  2. Τον αριθμό και την κατάσταση των έργων που έχουν ενταχθεί στα Περιφερειακά Προγράμματα: όσα ολοκληρώθηκαν, εκκρεμούν ή απεντάχθηκαν.
  3. Τα συγκεκριμένα μέτρα που υλοποιούνται ή σχεδιάζονται για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ιδίως για τις πλέον ευάλωτες ομάδες.
  4. Τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για ενίσχυση της παραγωγικότητας, της μεταποίησης, της αγροδιατροφής, της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.
  5. Τη δημιουργία Ειδικού Προγράμματος Περιφερειακής Ανάκαμψης, το οποίο θα απαντά στα διαρθρωτικά προβλήματα της Περιφέρειας.

Ακολουθεί η ερώτηση:

Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2025

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,

Ανάπτυξης,

Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής

Θέμα: «Αναγκαιότητα άμεσων και ολοκληρωμένων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της βαθιάς και παρατεταμένης φτώχειας στη Δυτική Ελλάδα – Βελτιστοποίηση της αξιοποίηση των πολιτικών συνοχής της Ε.Ε., του ΕΣΠΑ και των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων»

Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και άλλων ευρωπαϊκών και εθνικών φορέων, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον φτωχών περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαμβάνοντας την 5η θέση σε επίπεδο φτώχειας. Παράλληλα, έρευνα της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ την κατατάσσει ως την πιο φτωχή περιφέρεια της χώρας.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα — μόλις το 49% του μέσου όρου της Ε.Ε. σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) — υψηλό ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, που υπερβαίνει το 30%, μακροχρόνια ανεργία και σοβαρή υστέρηση σε κρίσιμες υποδομές, όπως οδικά, σιδηροδρομικά και αγροτικά δίκτυα. Παράλληλα, η παραγωγική βάση της Περιφέρειας παραμένει αδύναμη, γεγονός που δυσχεραίνει την ουσιαστική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό και τον εγχώριο μέσο όρο.

Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα της Δυτικής Ελλάδας — γεωγραφική θέση, αγροτική παραγωγή, πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, φυσικό περιβάλλον και λιμενικές υποδομές — η Περιφέρεια αντιμετωπίζει προβλήματα αποβιομηχάνισης, χαμηλής επενδυτικής δραστηριότητας και ελλιπών μεταφορικών υποδομών. Η ανεργία νέων και γυναικών παραμένει υψηλή, ενώ η διαρροή επιστημονικού και εξειδικευμένου δυναμικού προς το εξωτερικό, η μειωμένη απορρόφηση πόρων και η αναποτελεσματική κατανομή τους, καθώς και η έλλειψη ολοκληρωμένου περιφερειακού αναπτυξιακού σχεδίου, επιδεινώνουν την κατάσταση.

Σε επίπεδο παραγωγής, η Περιφέρεια συνεισφέρει μόλις 4,41% στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας, παρά τη στρατηγική γεωγραφική θέση της και τη σημαντική παρουσία πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Η πραγματική εικόνα από το 2019 έως σήμερα εμφανίζει διαρκή επιδείνωση, εγκλωβίζοντας τη Δυτική Ελλάδα σε έναν φαύλο κύκλο φτώχειας, χαμηλής παραγωγικότητας και υποεπένδυσης.

Παράλληλα, η αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων — όπως οι πόροι της Πολιτικής Συνοχής, τα Περιφερειακά Προγράμματα ΕΣΠΑ, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και τα νέα προγράμματα της Ε.Ε. — δεν αποδίδει τα επιθυμητά αποτελέσματα για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Περιφέρειας.

Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν την ανάγκη το κεντρικό κράτος, αλλά και η τοπική αυτοδιοίκηση  να δώσουν έμφαση και να εφαρμόσουν, όχι μόνο τις οριζόντιες, εθνικού επιπέδου πολιτικές, αλλά και πολιτικές που θα βασίζονται στα τοπικά χαρακτηριστικά της Περιφέρειας και θα απαντούν στις τοπικού επιπέδου προκλήσεις που υπάρχουν.

Επειδή η συσχέτιση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της φτώχειας είναι δεδομένη,

Επειδή η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας μειονεκτεί φανερά έναντι των άλλων ευρωπαϊκών αλλά και εγχώριων Περιφερειών

Επειδή το ποσοστό ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είναι εξαιρετικά υψηλό γεγονός που υποδεικνύει δομικά κοινωνικά προβλήματα,

Επειδή η Πολιτική Συνοχής και το ΕΣΠΑ έχουν ως θεμελιώδη αρχή τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτυγχάνει,

Επειδή απαιτείται άμεσο, ολοκληρωμένο και στοχευμένο σχέδιο περιφερειακής ανασυγκρότησης,

.Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί,

1. Ποιο είναι το ακριβές ποσοστό απορρόφησης των πόρων των Προγραμμάτων ΕΣΠΑ 2014–2020 και 2021–2027 στη Δυτική Ελλάδα, ανά τομέα παρέμβασης;

2. Πόσα από τα έργα που εντάχθηκαν στα ανωτέρω Περιφερειακά Προγράμματα ολοκληρώθηκαν, ποια εκκρεμούν και ποια απεντάχθηκαν;

3. Ποια μέτρα προβλέπονται για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Περιφέρεια, ιδίως για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (άνεργοι, νέοι, αγροτικό και μεταποιητικό δυναμικό);

4. Ποιες πρωτοβουλίες θα αναλάβει η κυβέρνηση για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, της αγροδιατροφής, της μεταποίησης και της καινοτομίας, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγική βάση και η απασχόληση;

5. Σχεδιάζει η Κυβέρνηση τη δημιουργία Ειδικού Προγράμματος Περιφερειακής Ανάκαμψης της Δυτικής Ελλάδας που θα περιλαμβάνει ολοκληρωμένη στρατηγική για παραγωγικές επενδύσεις δεδομένων των διαθρωτικών προβλημάτων της Περιφέρειας;

Οι ερωτώντες βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Καλαματιανός Διονύσιος-Χαράλαμπος

Ζαμπάρας Μιλτιάδης ( Μίλτος)

Νοτοπούλου Αικατερίνη

<strong>Η κυβέρνηση συνεχίζει να απαξιώνει το επάγγελμα του ψυχολόγου</strong>

Η κυβέρνηση συνεχίζει να απαξιώνει το επάγγελμα του ψυχολόγου

Την ανάγκη άμεσης ενεργοποίησης του άρθρου 43 του ν. 2519/1997 για την δημιουργία κλάδου Ψυχολόγων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ζητούν από τον Υπουργό Υγείας με κοινή κοινοβουλευτική ερώτησή τους ο Βουλευτής Αχαΐας και τομεάρχης Υγείας Ανδρέας Παναγιωτόπουλος και η Βουλεύτρια Α’ Θεσσαλονίκης και Τομεάρχης Κοινωνικής Συνοχής και Πρόνοιας Κατερίνα Νοτοπούλου με την συνυπογραφή δεκατεσσάρων (14) Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ.

Οι Βουλευτές  επισημαίνουν ότι, ενώ ο νόμος από το 1997 προβλέπει την ένταξη των ψυχολόγων στο ΕΣΥ, η σχετική διάταξη δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα οι νοσοκομειακοί ψυχολόγοι να αντιμετωπίζουν σοβαρά επαγγελματικά, θεσμικά και λειτουργικά προβλήματα. Παρά την κρίσιμη συμβολή τους σε δομές όπως τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας, τις Μονάδες Εξαρτήσεων και τα ιατροπαιδαγωγικά κέντρα, οι ψυχολόγοι συνεχίζουν να εργάζονται χωρίς σαφή καθηκοντολόγιο, χωρίς εποπτεία, χωρίς επιπρόσθετη εκπαίδευση και χωρίς δυνατότητα ιεραρχικής και βαθμολογικής εξέλιξης.

Η έλλειψη θεσμικής κατοχύρωσης, σύμφωνα με την ερώτηση, συνιστά άδικη και άνιση μεταχείριση εις βάρος μιας κρίσιμης ειδικότητας του δημόσιου συστήματος υγείας, ενώ η μη αναγνώριση των εφημεριών και η μη χορήγηση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας υποβαθμίζουν την εργασία τους και επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Οι ερωτώντες βουλευτές ζητούν επίσης τη δημιουργία αυτόνομης Υπηρεσίας Ψυχολόγων με ιεραρχική διάρθρωση και Διευθυντή Ψυχολόγο, ώστε να ενισχυθεί ο συντονισμός των παρεμβάσεων ψυχικής υγείας και να διασφαλιστεί η επιστημονική και επαγγελματική αναβάθμιση του ρόλου των ψυχολόγων. Στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πιστεύουμε ότι η Ψυχική Υγεία είναι ένα ουσιαστικό συστατικό του δικτύου κοινωνικής ασφάλειας. Σε μια κοινωνία που συμπιέζεται  οικονομικά και κοινωνικά, με μια Κυβέρνηση που απορρυθμίζει και ιδιωτικοποιεί τις δομές ψυχικής υγείας,  ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναγνωρίζει επαγγελματικά και επιστημονικά τον κλάδο των ψυχολόγων και την σημαντική  συνεισφορά τους στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Ακολουθεί η ερώτηση:

Αθήνα, 25 Ιουνίου 2025

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον κ. Υπουργό Υγείας

Θέμα: «Ένταξη των Ψυχολόγων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ)»

Η ειδικότητα του ψυχολόγου μέσα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές ειδικότητες, εφόσον προσφέρουν υπηρεσίες σε ενδονοσοκομειακά τμήματα νοσηλείας, κέντρα ψυχικής υγείας, ιατροπαιδαγωγικές υπηρεσίες, μονάδες εξαρτήσεων και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης σε όλη την Ελλάδα με σκοπό τη διασφάλιση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού.

Το άρθρο 43 του ν.2519/97 προέβλεπε τη δημιουργία κλάδου Ψυχολόγων στο ΕΣΥ. Ωστόσο από το 1997 αυτή η πρόβλεψη του νόμου δεν έχει εφαρμοστεί.  Αυτό συνιστά κατάφωρη διάκριση εις βάρος μιας ειδικότητας εργαζομένων του Ε.Σ.Υ, τους νοσοκομειακούς ψυχολόγους, η οποία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πεδίου, παρέχει σημαντικότατες υπηρεσίες υγείας σε κλινικό περιβάλλον και συμμετέχει ενεργά στις εφημερίες και στη λειτουργία των Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών.  

Ωστόσο σήμερα οι νοσοκομειακοί ψυχολόγοι εξακολουθούν να παραμένουν στο επιστημονικό προσωπικό της Ιατρικής Υπηρεσίας χωρίς σαφή ορισμό ρόλων και αρμοδιοτήτων, χωρίς εποπτεία και τις απαιτούμενες επιπρόσθετες εκπαιδεύσεις με βάση τα ιδιαίτερα καθήκοντά τους ανά υπηρεσία, χωρίς ιεραρχία και βαθμολογική εξέλιξη, όπου οι εφημερίες τους αναγνωρίζονται μόνο ως υπερωριακή απασχόληση και δεν λαμβάνουν ούτε καν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Τα παραπάνω έχουν σοβαρή επίπτωση στην διασφάλιση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών αλλά και υποβάθμιση του επιστημονικού έργου τους μέσα στα νοσοκομεία.

Η ένταξη των ψυχολόγων στο ΕΣΥ θα καθόριζε συγκεκριμένες οργανικές θέσεις ψυχολόγων σε κάθε νοσοκομείο και θα ενίσχυε τον συντονισμό των δομών υγείας και των Υγειονομικών Περιφερειών, όπως απαιτείται από την ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Τέλος θα αναγνώριζε το επιστημονικό έργο των ψυχολόγων και θα βελτίωνε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Προτείνεται επιπλέον η σύσταση αυτόνομης Υπηρεσίας Ψυχολόγων με Διευθυντή Ψυχολόγο σε κάθε Πε.Δ.Υ.Ψ.Υ., η οποία θα επιφέρει ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των ψυχολόγων και με τις υπόλοιπες ομάδες επαγγελματιών υγείας, αποτελεσματικότερη επικοινωνία με τη Διοίκηση, σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων, αναβάθμιση του επαγγελματικού ρόλου με σαφείς ρόλους και αρμοδιότητες, βελτίωση της ποιότητας υπηρεσιών μέσω ανάπτυξης καθολικών πρωτοκόλλων και διαδικασιών και συστηματική εκπαίδευση και εποπτεία του προσωπικού.

Επειδή σε όλη την Ευρώπη, οι ψυχολόγοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των εθνικών συστημάτων υγείας.

Επειδή οι ανάγκες για υπηρεσίες ψυχικής υγείας του πληθυσμού έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, κρίνεται επιτακτική η αναγνώριση και επαγγελματική εξέλιξη των ψυχολόγων στο ΕΣΥ.

Επειδή οι νοσοκομειακοί ψυχολόγοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αποτελούν κρίσιμο μέρος των εφημεριακών ομάδων, και συμβάλλουν καθοριστικά στην συνολική λειτουργία του ΕΣΥ.

Επειδή η δημιουργία κλάδου ΕΣΥ ψυχολόγων, θα αναβαθμίσει τον ρόλο των ψυχολόγων, θα δημιουργήσει κατάλληλη στελέχωση, οργάνωση και συντονισμό τα οποία θα οδηγήσουν στην καλύτερη αξιοποίηση του έργου τους μέσα στο ΕΣΥ.

Επειδή η μη ενεργοποίηση της διάταξης του νόμου αποτελεί άδικη και άνιση μεταχείριση αφού στερεί από τους ψυχολόγους τη δυνατότητα να έχουν ισότιμη εξέλιξη με άλλες επαγγελματικές ομάδες στο ΕΣΥ.

Επειδή η αυξανόμενη ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας καθιστά αναγκαία την πλήρη αξιοποίηση των ψυχολόγων στις δημόσιες μονάδες υγείας όλων των βαθμίδων.

Ερωτάται ο κ. Υπουργός:

1. Σκοπεύει να ενεργοποιήσει το άρθρο 43 του Νόμου 2519/1997 και να εντάξει τους ψυχολόγους στο ΕΣΥ ώστε να αναγνωριστεί το επιστημονικό τους έργο και να αναβαθμιστούν οι δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας;  

2. Προτίθεται να προχωρήσει στη δημιουργία αυτόνομης Υπηρεσίας Ψυχολόγων με δική της ιεραρχική διάρθρωση και Διευθυντή Ψυχολόγο, προκειμένου να ενισχυθεί ο συντονισμός, η συνεργασία και η αποτελεσματικότητα των ψυχολογικών παρεμβάσεων στο ΕΣΥ;

Οι ερωτώντες  Βουλευτές

Παναγιωτόπουλος Ανδρέας

Νοτοπούλου Αικατερίνη

Ακρίτα Έλενα

Βέττα Καλλιόπη

Γαβρήλος Γιώργος

Γιαννούλης Χρήστος

Ζαμπάρας Μιλτιάδης

Καραμέρος Γιώργος

Κασιμάτη Νίνα

Κόκκαλης Βασίλειος

Μαμουλάκης Χαράλαμπος

Μπάρκας Κωνσταντίνος

Ξανθόπουλος Θεόφιλος

Παπαηλιού Γεώργιος

Τσαπανίδου Πόπη

Ψυχογιός Γιώργος